diet

5 λόγοι που δεν χάνουμε κιλά, σύμφωνα με τον ειδικό

Ο ενδοκρινολόγος και ειδικός σε θέματα παχυσαρκίας από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, Δρ David Ludwig, στο βιβλίο “Πάντα πεινασμένοι;”, εξηγεί ποιοι είναι κατά τη γνώμη του οι πραγματικοί λόγοι που δεν μπορούμε να χάσουμε κιλά.

1 Τρώμε πολύ μετά την άσκηση

Η σωματική δραστηριότητα έχει πολλά οφέλη για τον οργανισμό μας και για την ευεξία τόσο του σώματος όσο και της ψυχής μας. Ωστόσο, η άσκηση δεν οδηγεί απαραίτητα σε μείωση του σωματικού βάρους. Γιατί; Ο Δρ Ludwig γράφει ότι οι λόγοι είναι δύο.

Από τη μία, η άσκηση έχει ως συνέπεια να πεινάμε ακόμα περισσότερο και αν δεν είμαστε πειθαρχημένοι, είναι εύκολο να φάμε περισσότερο από ό,τι συνήθως, επιστρέφοντας από το γυμναστήριο. Δυστυχώς, η κατανάλωση θερμίδων είναι ευκολότερη από την καύση τους. Για παράδειγμα, ένα και μόνο κομμάτι κέικ μπορεί να αναπληρώσει και με το παραπάνω όσες θερμίδες κάψαμε στον διάδρομο.

Από την άλλη, έρευνες έχουν δείξει ότι η έντονη άσκηση μία δεδομένη στιγμή, ίσως “αναγκάζει” τον οργανισμό να καίει λιγότερες θερμίδες αργότερα. Για παράδειγμα, αν ασκούμαστε στις 4 σε υψηλή ένταση, όταν στις 7 καθόμαστε στον καναπέ, το σώμα μας θα καίει λιγότερα καύσιμα από ό,τι την ίδια ώρα μία ημέρα που δεν έχουμε ασκηθεί. Ως αποτέλεσμα η συνολική καύση θερμίδων δεν αλλάζει.

Η λύση; Αυτοκυριαρχία μετά την άσκηση και ενδεχομένως, γυμναστική σε πιο μέτρια ένταση, χωρισμένη σε διαφορετικές ώρες μέσα στη μέρα (π.χ. περπάτημα το πρωί, γυμναστήριο το απόγευμα) αντί σε υψηλή ένταση μόνο μία φορά.

2 Δεν ξεγελούμε αποτελεσματικά το σώμα μας

Ο Δρ Ludwig έχει προχωρήσει σε μελέτη με ποντίκια, σε μία προσπάθεια να αποκαλύψει την πολυπλοκότητα των συστημάτων που ελέγχουν το σωματικό μας βάρος. Το συμπέρασμά του είναι ότι οι ίδιοι οι οργανισμοί μας ενδεχομένως να μας ωθούν να παραμένουμε σε ένα συγκεκριμένο βάρος.

Ειδικότερα, στη σχετική μελέτη, παρατηρήθηκε πως αν ένα ποντίκι έμπαινε σε δίαιτα κι έχανε κιλά, όταν αφηνόταν ξανά μόνο έτρωγε πιο πολύ μέχρι να φτάσει στα κιλά που ήταν προηγουμένως. Αντίστοιχα, αν ταϊζόταν περισσότερο κι έβαζε παραπάνω κιλά, όταν αφηνόταν ξανά μόνο έτρωγε πιο λίγο, μέχρι να φτάσει τα προηγούμενα κιλά του.

Με βάση τα παραπάνω, ο Δρ Ludwig υποστηρίζει ότι και οι ανθρώπινοι οργανισμοί έχουν τη φυσική τάση να προτιμούν να μένουμε σε συγκεκριμένο “σημείο ισορροπίας” όσο αφορά τα κιλά. Έτσι, όταν κάνουμε μία αλλαγή, η εσωτερική μας βιολογία αντιστέκεται (όπως π.χ. όταν ξεκινάμε δίαιτα, ο οργανισμός μας αντιδρά στέλνοντας αυξημένα σήματα πείνας).

Η λύση; Σκεφτόμαστε ένα βήμα μπροστά, ήτοι δεν κόβουμε απότομα τις θερμίδες, αλλά αντικαθιστούμε τα ανθυγιεινά με υγιεινά φαγητά, τα οποία αυξάνουν και τα επίπεδα ενέργειάς μας. Έτσι, ο οργανισμός μας δεν αντιδρά και μακροπρόθεσμα προσαρμόζει το “σημείο ισορροπίας”, ενώ εμείς έχουμε ενέργεια για άσκηση. Με άλλα λόγια: Α. δεν τρώμε λιγότερο, αλλά εξυπνότερα και Β. ασκούμαστε περισσότερο.

3 Νομίζουμε ότι προσέχουμε το πρωινό μας, αλλά…

Το πρωινό είναι το πιο σημαντικό γεύμα. Αυτό το ξέρουμε, πλέον, καλά. Ωστόσο, όπως τονίστηκε και στο παραπάνω σημείο, το θέμα δεν είναι πάντα πόσες θερμίδες καταναλώνουμε σε κάθε γεύμα, αλλά τι είδους θερμίδες. Και αυτό, γράφει ο Δρ Ludwig δεν είναι κάτι που προσέχουν όλοι.

Παλαιότερη έρευνα έδειξε ότι ο τύπος των θρεπτικών συστατικών που προσλαμβάνουν οι άνθρωποι στο πρωινό τους, επηρεάζει τις επιλογές φαγητού που θα κάνουν στη διάρκεια της υπόλοιπης μέρας περισσότερο από τον αριθμό θερμίδων. Ο ειδικός του Χάρβαρντ ξεχωρίζει ειδικά τον αριθμό και το είδος των υδατανθράκων.

Η λύση; Αν και οι περισσότεροι επιλέγουν το πρωί να τρώνε δημητριακά ή ψωμί, ο ενδοκρινολόγος προτείνει ένα πρωινό με όσο το δυνατόν λιγότερους υδατάνθρακες, ήτοι χωρίς προϊόντα σίτου, όπως τα φρούτα και το γιαούρτι. Αν ωστόσο επιλέξουμε δημητριακά, ας προτιμήσουμε τουλάχιστον τα λιγότερο επεξεργασμένα.

4 Πιστεύουμε ότι τα γλυκαντικά είναι καλύτερα από τη ζάχαρη

Σε πολλές δίαιτες, οι άνθρωποι αντικαθιστούν τη ζάχαρη με γλυκαντικά και άλλα τεχνητά υποκατάστατα. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες δεν έχουν θερμίδες, εξακολουθούν να έχουν επίδραση στον οργανισμό μας.

Ο λόγος είναι ότι οι συνθετικές χημικές ουσίες στις τεχνητές γλυκαντικές ουσίες, διεγείρουν τους υποδοχείς της γεύσης πολύ περισσότερο από τη ζάχαρη, μπερδεύοντάς τους τελικά, με καταστροφικές συνέπειες για τη διατροφή μας. Για παράδειγμα, ο Δρ Ludwig λέει ότι οι άνθρωποι που καταναλώνουν τακτικά τεχνητά γλυκαντικά, βρίσκουν τα φρούτα γευστικά ανυπόφορα.

Επιπλέον, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε στο International Journal of Obesity, η γλυκιά γεύση των γλυκαντικών ξεγελά τον οργανισμό μας, ο οποίος καταλήγει να αντιμετωπίζει οτιδήποτε γλυκό ως μη παχυντικό επιβραδύνοντας τη διαδικασία μεταβολισμού του.

Η λύση; Μένουμε μακριά από γλυκαντικά και αντιμετωπίζουμε την επιθυμία για κάτι γλυκό, προτιμώντας τη φυσική γλύκα των φρούτων.

5 Δεν μπορούμε να πούμε “όχι” στις λιγούρες

Αυτό σχετίζεται άμεσα με το λάθος που προαναφέρθηκε, να κόβουμε απότομα τις θερμίδες που καταναλώνουμε. Όταν συμβεί αυτό, ο εγκέφαλος ενεργοποιεί ένα “σύστημα συναγερμού”, το οποίο προκαλεί πείνα, με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε εκείνες τις γνωστές, ακαταμάχητες λιγούρες.

Εκείνες τις στιγμές, ο οργανισμός μας “διψά” πιο πολύ από όλα για υδατάνθρακες και δη, επεξεργασμένους, οι οποίοι είναι εύκολα προσβάσιμοι σε πατατάκια, μπισκότα και άλλες λιχουδιές.

Το θέμα είναι ότι παρόλο που τέτοιου είδους σνακ μας ικανοποιούν άμεσα, απορροφούνται ταχύτατα και εκτοξεύουν υπερβολικά τα επίπεδα ενέργειας στον οργανισμό, με αποτέλεσμα λίγες ώρες μετά, όταν πέσουν, η διαφορά που προκύπτει να ενεργοποιεί ξανά ένα νέο “σύστημα συναγερμού” και να μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο.

Η λύση; Η λογική προστάζει να αποχωριστούμε κάθε σνακ όπως τα παραπάνω -κι αυτό σημαίνει να μην τα έχουμε σε ακτίνα βολής. Μακροπρόθεσμα, ο κύκλος θα σπάσει και οι λιγούρες θα μας αποχαιρετίσουν. Για το ενδεχόμενο που επιστρέψουν, μπορούμε να έχουμε έτοιμα στο σπίτι εναλλακτικά και σαφώς καλύτερα αλμυρά τσιμπήματα, όπως ξηρούς καρπούς και αλατισμένα καρότα.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ