compliments

Κοπλιμέντα: Γιατί αισθάνομαστε άβολα, κάθε φορά που κάποιος μας λέει κάτι καλό;

Τι συμβαίνει και είναι τόσο δύσκολο για κάποιον να αποδεχθεί κάποια κομπλιμέντα; Γιατί μία φιλοφρόνηση, αντί να είναι μια ευχάριστη εμπειρία, πολλές φορές δημιουργεί μία εξαιρετικά άβολη κατάσταση;

Αν κάτι σας θυμίζει όλο αυτό, τον εαυτό σας ίσως η εξήγηση που δίνει η Oriana Aragón, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Clemson, σας καλύψει και πάψετε να νιώθετε ενοχές.
Ο ψυχολόγος και ιδρυτής ενός οργανισμού συμβουλευτικής και διαχείρισης ψυχολογικών προβλημάτων, Christopher Littlefield, σε σχετική έρευνα του, κατέληξε στο ότι 68% των ανθρώπων, σχετίζει τη δυσφορία με την κοινωνική αναγνώριση και φυσικά δίνει εξηγήσεις για όλο αυτό.
Όταν η αυτοεκτίμηση μας δεν βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα μια καλή κουβέντα που μπορεί να μας πουν μας κάνει να νιώθουμε ακόμη πιο άσχημα, σαν κάποιος να μας είπε ψέματα για να μας χρυσώσει το χάπι, σαν να μας υποτίμησε, ωστόσο με εύσχημο τρόπο.

Γιατί αισθάνομαστε άβολα, κάθε φορά που κάποιος μας λέει κοπλιμέντα;

Λόγω κοινωνικών κανόνων
Από μικρή ηλικία διδασκόμαστε ότι να καυχιόμαστε για τα προτερήματα μας είναι ένδειξη κακού ή έστω αλαζονικού χαρακτήρα. Μαθαίνουμε, λοιπόν μέσα στα χρόνια να συμπεριφερόμαστε με μετριοφροσύνη, κάποτε και ταπεινά, και έτσι όταν κάποιος αναλαμβάνει να μιλήσει για εμάς με ενθουσιώδη τρόπο, ακυρώνει κάπως δραστικά τον μηχανισμό με τον οποίο συμπεριφερόμαστε. Επίσης, είναι η στιγμή που πρέπει αυτόματα να επιλέξουμε, αν θα παραβιάσουμε αυτόν τον κοινωνικό κανόνα, αποδεχόμενοι τη φιλοφρόνηση ή αποφασίζοντας να την αρνηθούμε δημοσίως για να μη θεωρηθούμε κομπορρήμονες. Υπάρχουν άνθρωποι που όταν καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, απλώς βραχυκυκλώνουν και όχι άδικα.

Λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης
Συνήθως, αυτό συμβαίνει όταν η αυτοεκτίμηση σας δεν βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Τότε είναι που μετά την όποια καλή κουβέντα, αντί να νιώσουμε ευφορία, νιώθουμε ακόμη πιο άσχημα, σαν κάποιος να μας είπε ψέματα για να μας χρυσώσει το χάπι, σαν να μας υποτίμησε, ωστόσο με εύσχημο τρόπο. Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2010 στην επιστημονική επιθεώρηση “Self and Identity”, προέκυψε ότι φοιτητές με χαμηλή αυτοεκτίμηση προτιμούσαν να συγκατοικούν με ανθρώπους που δεν είχαν ιδιαίτερα θετική άποψη για την εμφάνιση ή την συντροφιά τους. Σε ένα συντριπτικό ποσοστό που ξεπερνούσε το 40% οι ερωτηθέντες θεωρούσαν αυτή τη συμπεριφορά απείρως πιο ειλικρινή, από τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου που θα παίνευε κάποιο χάρισμά τους.

Επειδή φοβόμαστε ότι μας κρίνουν
Οι φιλοφρονήσεις εκφράζουν οικειότητα. Μία καλή κουβέντα υποδηλώνει ότι αυτός που τη λέει γνωρίζει πολύ καλά τον άνθρωπο απέναντι του για να τον σχολιάσει έστω και θετικά. Επίσης, υποδηλώνει, έστω και άρρητα ότι προσδοκεί τις ίδιες υψηλές επιδόσεις από κάποιον σε όλο το φάσμα της ζωής του: αν είναι σήμερα κομψά ντυμένος, λογικά δεν συγχωρείται στο μέλλον μια άστοχη επιλογή ή αν σήμερα έχει κάποιο μικρό ή μεγάλο θρίαμβο στη δουλειά ή σε κάποια κοινωνική πτυχή της ζωής του, θα πρέπει να εμφανίζεται πάντα ως πρώτος, ως καλύτερος ή έστω ως αποτελεσματικός. Αυτό, όμως, χωρίς να είναι στις προθέσεις κανενός από τους δύο, δημιουργεί άγχος κριτικής. Και εκεί, όχι η φιλοφρόνηση δεν είναι μια ευχάριστη εμπειρία. «Είναι αναμενόμενο, όχι απλώς πιθανό, ότι όταν οι άνθρωποι έχουν επιτυχίες κάπου και είναι στο επίκεντρο της προσοχής, ακριβώς αυτή η προσοχή τους εκθέτει στην κριτική, πράγμα εξαιρετικά στρεσογόνο», λέει η Aragón.

Τι κάνουμε όταν δεχόμαστε κοπλιμέντα

Τι κάνουμε όταν εξακολουθούμε να νιώθουμε όλα αυτά κάθε φορά που κάποιος μιλά θετικά για εμάς, μπροστά μας; Σύμφωνα με τον Pawelski:

  • Ευχαριστούμε αυτόν που το έκανε.
  • Αποδεχόμαστε ως καλοπροαίρετη και ειλικρινή την κουβέντα του και συνεχίζουμε, εξελίσσοντας το όποιο ταλέντο ή ικανότητα μας επιβραβεύθηκε.

Όλα αυτά, όμως, χωρίς το άγχος της αποτυχίας ή επιβεβαίωσης, με πίστη ότι η ζωή δεν είναι ένα σερί επιτυχιών, σίγουρα όμως δεν είναι και γεμάτη αποκλειστικά από αποτυχίες.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ