Ποια είναι τα σημάδια απομάκρυνσης του συντρόφου

Η Χρυσή Καριώτογλου, Ψυχολογος- Ομαδική Αναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια, Specialist Psychotherapy Service, East London NHS,  αναπτύσσει την ιδέα της αποξένωσης από τον εαυτό ως σημάδι ότι η σχέση των δύο συντρόφων χρειάζεται να «δουλευτεί» και να παρθούν κοινές αποφάσεις.

Κάθε σχέση αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα, με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει ότι όσον αφορά τις σχέσεις των συντρόφων, πολύ λίγα μπορούμε εμείς οι ψυχοθεραπευτές να υποδείξουμε ως «μπούσουλα», καθώς συντροφική σχέση είναι η συνάντηση δύο ανεπανάληπτων προσώπων, με την έννοια της ιστορίας που κουβαλά ο κάθε σύντροφος.
Η ιστορία μας (οι εμπειρίες μας, το πώς και με ποιους μεγαλώσαμε, τι επιθυμήσαμε, σε τι στοχεύσαμε κλπ) και το ποιοι έχουμε διαμορφωθεί να είμαστε μέσα από αυτή, καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους και το πώς αντιλαμβανόμαστε και αισθανόμαστε για τον εαυτό μας μέσα από αυτές τις σχέσεις. Για τον παραπάνω λόγο, η κάθε σχέση έχει τη δική της «πάστα».
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κυριότερο σημάδι της απομάκρυνσης του άλλου μέσα στη συντροφική σχέση είναι η αίσθηση ότι εμείς οι ίδιοι έχουμε απομακρυνθεί από τον εαυτό μας. Όταν ο άλλος αρχίζει να μοιάζει «ξένος», «αδιάφορος», «μακρινός» είναι όταν πριν από τη διαπίστωση αυτών, έχουμε αισθανθεί ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε «χαμένοι» και «ξένοι» σε σχέση με τον εαυτό μας και μέσα στη σχέση.
Το τελευταίο δεν έχει απαραίτητα το στοιχείο «αιτίου-αιτιατού». Δηλαδή δεν προσεγγίζουμε με αυτή την ιδέα τον λόγο/ους διατάραξης μιας συντροφικής σχέσης, αλλά κυρίως τα σημάδια ότι κάτι δεν λειτουργεί καλά. Η έννοια της απομάκρυνσης από τον εαυτό υποδηλώνει κυρίως ότι ο ένας σύντροφος καθρεπτίζει τον άλλο και ο ένας αποτελεί «δοχείον» του άγχους, των ανησυχιών και όλης της γκάμας συναισθημάτων του άλλου. Όταν η σχέση αρχίζει να παίρνει την κατιούσα, τότε και οι δύο σύντροφοι αισθάνονται την «απώλεια» του εαυτού τους, φυσικά με διαφορετικό ο καθένας τρόπο και ένταση.
Τι εννοούμε όμως με τις έννοιες «απώλεια», «αποξένωση από τον εαυτό»; Αναφερόμαστε στην αίσθηση ότι είμαστε ανήσυχοι και γιομάτοι από μια αίσθηση ότι τίποτε δεν μας αναπαύει. Αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε μια συνεχή προσπάθεια και δεν έχουμε πού να «εναποθέσουμε» τα άγχη και τις δυσκολίες μας. Αισθανόμαστε ότι ο χρόνος κυλά χωρίς να ξέρουμε πού πάμε, χωρίς να αισθανόμαστε ότι τον βιώνουμε/εκμεταλλευόμαστε ουσιαστικά. Θα έλθει εδώ το αντεπειχείρημα ότι αυτά είναι τα σημάδια των ρυθμών της εποχής και του εσωτερικού κενού που εύκολα δημιουργείται στους καιρούς μας. Δεν θα διαφωνήσουμε σε αυτό. Αυτό που επισημαίνεται εδώ όμως είναι ότι η συντροφική σχέση οφείλει να είναι «το παντός καιρού καταφύγιον», ο «χώρος» της καθημερινής μας ανάπαυσης. Ακόμη και όταν το ζευγάρι αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της καθημερινότητας και επομένως δεν βιώνει και τους πιο ρομαντικούς καιρούς, όταν τα πράγματα λειτουργούν μεταξύ τους, οι σύντροφοι βιώνουν αυτή την απόλυτα φυσιολογική εναλλαγή συναισθηματικών καταστάσεων μεταξύ τους και είναι ανοιχτοί να μιλούν ο ένας στον άλλο. Αν υπάρχει κάτι που να μπορεί να διασώσει και να βοηθήσει μια σχέση που περνά δύσκολα να πάει παρακάτω, αυτό είναι ο ανοιχτός διάλογος και η διάθεση και των δύο να ακούσουν τον άλλο και να αλλάξουν τον εαυτό τους (αμοιβαία και όχι μονόπλευρα).

Η αίσθηση της ματαιότητας στην επικοινωνία, η διατάραξη της σεξουαλικής ζωής του ζευγαριού, η έλλειψη κοινού χρόνου και ενδιαφερόντων υποδεικνύουν την ανάγκη οι σύντροφοι να εργασθούν για τη σχέση. Δυστυχώς το αν μια σχέση θα επιβιώσει ή όχι δεν είναι κάτι προβλέψιμο, αλλά εξαρτάται από το πόσο διατεθειμένοι είναι οι σύντροφοι να αλλάξουν τον εαυτό τους και τον τρόπο που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του άλλου μέσα στη σχέση και την κοινή τους ζωή.

Η ζωή των ανθρώπων χαρακτηρίζεται αναπόδραστα από μια σειρά απωλειών κάθε είδους. Είτε μιλάμε για το πέρασμα από μια ηλικία στην άλλη (πχ από την παιδική στην εφηβική, από την εφηβική στην ενήλικη περίοδο της ζωής μας), είτε μιλάμε για φυσική απώλεια (λόγω θανάτου κάποιου) ή αποχωρισμό από κάποιον αγαπημένο (π.χ διαζύγιο) ή κάποια μεγάλη αλλαγή (αλλαγή δουλειάς, αλλαγή χώρας), πάντα κάτι/ κάποιον χάνουμε και μαζί και ένα κομμάτι του εαυτού και της ζωής μας. Το τέλος μιας σχέσης -εθελούσιο ή μη- φέρνει στην επιφάνεια όλες αυτές τις μικρές και μεγάλες απώλειες της ζωής μας. Τα συναισθήματα αποτυχίας, εγκατάλειψης, απώλειας της αγάπης και φροντίδας του άλλου, η αγωνία για το «μετά» και η ανασφάλεια για το αν θα επιβιώσουμε συναισθηματικά, η ενοχή και η θλίψη είναι όλα εκεί, παρόντα, και μπορεί να αναμειγνύονται με μια βαθιά αίσθηση ανακούφισης.

Για να γίνει το τέλος μια σχέσης μια αρχή, χρειάζεται να στραφεί ο κάθε σύντροφος στον εαυτό του και βαθιά, να αναρωτηθεί πώς υπήρξε ο ίδιος μέσα σε αυτή τη σχέση και ποια λάθη έγιναν εκατέρωθεν. Με αυτόν τον τρόπο θα αποφύγει σε μεγάλο βαθμό το να επαναλάβει τα ίδια δυναμικά σε μια άλλη σχέση. Στη θεραπεία ζεύγους αναφερόμαστε στο «άρρητο συμβόλαιο» (unspoken contract) μεταξύ συντρόφων. Αυτό αναφέρεται σε συγκεκριμένα σχεσιακά δυναμικά που επαναλαμβάνονται στην κάθε σχέση (relational patterns) που ο καθένας θα συνάψει. Όσο αυτά τα ασυνείδητα δυναμικά υπάρχουν και επαναλαμβάνονται χωρίς να γίνουν αντιληπτά και να δουλευτούν, στην κάθε σχέση που θα συνάπτει ο άνθρωπος, ο σύντροφος θα επιλέγεται για να επιτελέσει ένα ρόλο στο ασυνείδητο σενάριο και δεν θα αντιμετωπίζεται σαν ξεχωριστό πρόσωπο.
Το τέλος, λοιπόν, μπορεί να φέρει νέες αρχές όταν αναγνωριστεί στο πλαίσιο των παραπάνω σκέψεων.
Η Χρυσή Καριώτογλου, Ψυχολογος- Ομαδική Αναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια, Specialist Psychotherapy Service, East London NHS, συμμετέχει με εισήγησή της στις 9/2 στον φετινό κύκλο ομιλιών που διοργανώνουν οι εκδόσεις Πορφύρα στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη με θέμα το διαζύγιο και την απώλεια. Μπορείτε να δείτε όλο το πρόγραμμα αναλυτικά στο: https://bit.ly/2RxNbRg

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ